Διάφορα άρθρα
Εδώ θα βρείτε άρθρα και πληροφορίες που καλύπτουν θέματα όπως συμβουλευτική, διαχείριση κρίσεων, άγχος και διαταραχές του φάσματος του αυτισμού. Στόχος μας είναι να παρέχουμε υποστήριξη και γνώση σε γονείς, ενήλικες και εφήβους.

Συμβουλευτική
Εξερευνήστε άρθρα για διάφορες προσεγγίσεις και τεχνικές συμβουλευτικής. Μάθετε πώς η συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει άτομα, ζευγάρια και οικογένειες να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής και να προωθήσουν την προσωπική ανάπτυξη. Αναλύουμε θέματα όπως η αποτελεσματική επικοινωνία, η επίλυση συγκρούσεων και η οικοδόμηση ισχυρότερων σχέσεων.

Διαχείριση καταστάσεων κρίσης
Αποκτήστε πολύτιμες γνώσεις για τη διαχείριση κρίσιμων καταστάσεων, όπως πένθος, διαζύγιο και άλλες σημαντικές μεταβάσεις στη ζωή. Τα άρθρα μας προσφέρουν πρακτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση συναισθηματικής δυσφορίας, την ανάπτυξη ανθεκτικότητας και την αναζήτηση κατάλληλης υποστήριξης σε δύσκολες περιόδους. Στόχος μας είναι να παρέχουμε έναν ασφαλή χώρο για κατανόηση και θεραπεία.

Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος
Βρείτε υποστηρικτικούς πόρους και πληροφορίες σχετικά με τις διαταραχές του φάσματος του αυτισμού. Αντιμετωπίζουμε θέματα που αφορούν εφήβους και ενήλικες με αυτισμό, προσφέροντας καθοδήγηση για την αντιμετώπιση κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, τη διαχείριση αισθητηριακών ευαισθησιών και την προώθηση της ανεξαρτησίας. Στόχος μας είναι η προώθηση της κατανόησης, της αποδοχής και της ένταξης.
Τί είναι το στρες και πώς μπορώ να το διαχειριστώ αποτελεσματικότερα;
Στη σημερινή εποχή θα λέγαμε πως μάλλον οι περισσότεροι βιώνουμε κατά διαστήματα αυτό το οποίο ονομάζουμε «στρες». Το στρες στον 20ο αιώνα φαίνεται πως πήρε τη μορφή ενός μοντέρνου, αστικού κυρίως, μύθου, σαν αυτούς που ακούμε ή διαβάζουμε για στοιχειωμένα κάστρα, νεράιδες ή τέρατα στο νερό, ή και τα «νεύρα» και την «υστερία» που μεσουρανούσε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Τι συμβαίνει λοιπόν με το στρες; Ποια κομμάτια του εαυτού μπορεί να επηρεάσει;
Συναισθηματικά λοιπόν το άτομο που βιώνει στρες, νιώθει ένα αίσθημα αναστάτωσης, μια θλίψη και ανάγκη να κλάψει, συχνότερα από άλλες φορές.
Αναφέρει μια κατάσταση οξυθυμίας και έντασης, χωρίς τις περισσότερες φορές να είναι σε θέση να το αιτιολογήσει ή εξηγήσει. Δυσκολεύεται να απολαύσει στιγμές, νιώθει παράλογους φόβους και ανησυχεί υπερβολικά.
Όσον αφορά τη συμπεριφορά, το άτομο παρουσιάζει διαταραχές στην πρόσληψη τροφής, μπορεί να κάνει χρήση ουσιών (αλκοόλ, κάπνισμα, παράνομες ουσίες) και απέχει από καθημερινές συνηθισμένες δραστηριότητες, ακόμη και από την εργασία του.
Στον ψυχολογικό τομέα, εμφανίζει διαταραχές ύπνου, ψυχοσωματικούς πόνους ακόμη και κρίσεις πανικού.
Έχουν αναφερθεί πολλοί ορισμοί για το στρες εξαιτίας της μη δεδομένης κατάστασής του. Πιο συνηθισμένη ερμηνεία, αφορά την έλλειψη ισορροπίας στο άτομο, ανάμεσα στις ικανότητές του και στις (υπερβολικές κάποιες φορές) απαιτήσεις από το περιβάλλον του.
Πως αντιμετωπίζω αποτελεσματικά όμως το στρες;
Γενικά, προτείνεται η ενεργητική αντιμετώπιση του στρες, παρά η παθητική στάση. Αυτό σημαίνει πως το άτομο που βιώνει στρες, χρειάζεται να αναλάβει άμεση δράση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Στην αντιμετώπιση του στρες και του άγχους, ο οργανισμός συνηθίζει να λειτουργεί με τον μηχανισμό fight or flight («αντιμετώπισε» ή «απέφυγε»), που σημαίνει πως καθένας μας έχει τη δυνατότητα είτε να αντιμετωπίσει ενεργητικά και δραστικά το πρόβλημά του, είτε να το βάλει «κάτω από το χαλάκι» και να συμπεριφέρεται ΣΑΝ να το ξεπέρασε.
Συνήθως, η διατήρηση μιας ρουτίνας και ενός προγράμματος έχει εξαιρετικά αποτελέσματα. Είναι πολύ βοηθητικό, να ετοιμάζουμε γράφοντας σε μια ατζέντα τις υποχρεώσεις της επόμενης ημέρας μας και να διατηρήσουμε μια συνέπεια σε αυτή τη ρουτίνα. Ξεκινάμε από τις δραστηριότητες που μπορούμε εύκολα ή και γρήγορα να ολοκληρώσουμε και προχωρούμε με πιο σύνθετες, έτσι θα διατηρούμε την ενέργειά μας σε υψηλά επίπεδα.
Η σωστή διατροφή σε συνδυασμό με την άσκηση (ακόμη και μικρή σε διάρκεια αλλά σε καθημερινή βάση) ενισχύουν τον οργανισμό μας και προσφέρουν καλύτερη διάθεση και μεγαλύτερη διαύγεια!
Στο ψυχολογικό κομμάτι, φαίνεται να είναι αποτελεσματικότερο να εστιάζουμε στην αντιμετώπιση του προβλήματος που αντιμετωπίζουμε και όχι στο συναίσθημα που νιώθουμε για αυτό το πρόβλημα. Για παράδειγμα, εάν νιώθω θλίψη γιατί έχασα την εργασία μου, αντί να παραμένω θλιμένος, να μοιρολατρώ, να γκρινιάζω σε φίλους και οικογένεια για την κακή μου τύχη ή τους συνεργάτες μου και τον κακό διευθυντή μου, είναι πιο αποτελεσματικό να εναποθέσω την ενέργεια και τη δυναμική μου στο να βρω μια νέα εργασία ή να ενισχύσω τις δεξιότητές μου και να βελτιωθώ επαγγελματικά (αλλά και προσωπικά, ε;!).
Γενικά, η αντιμετώπιση του προβλήματος γνωρίζοντάς το και προσπαθώντας να το αντιμετωπίσουμε είναι καλύτερη από το να το αγνοούμε. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός χαρακτηριστικών, ικανοτήτων, περιβάλλοντος και συμπεριφορών του ατόμου.
Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση...
Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του.
Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.
Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.
Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια (empatheia), που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο. To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια.
Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.
Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς. Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.
Το παιδί σας έχει αυτισμό. Πώς (και πότε) του το λέτε;
Είναι μια συζήτηση η οποία απαιτεί περισσότερη σκέψη και σχεδιασμό από μια συζήτηση για το σεξ, τα χρήματα, τη θρησκεία ή τα ναρκωτικά. Για τους γονείς ενός παιδιού με διαταραχή του αυτιστικού φάσματος, το να συζητήσεις τι το κάνει διαφορετικό και γιατί, είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα.
Πότε χρειάζεται να κάνετε αυτή τη συζήτηση και πως θα το κάνετε έτσι ώστε το παιδί σας να αισθανθεί καλά με τον εαυτό του (και μην ξεκινήσετε χρησιμοποιώντας το ως δικαιολογία για κάθε μικρό πράγμα που δεν θέλει να κάνει);
Προσφάτως είχα συζήτηση με τον Jim Ball, τον πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής της Αυτιστικής κοινότητας, και με την Amy Keefer, κλινική ψυχολόγο στο Kennedy Krieger Institute’s Center for Autism and Related Disorders. Συμφώνησαν, το να τονίζεις ότι ο καθένας, ο κάθε άνθρωπος, είναι καλός σε κάποια πράγματα και «παλεύει» με κάποια άλλα.
«Οι περισσότερες οικογένειες δε νιώθουν άνετα με το να το συζητήσουν, απλά αναρωτιούνται πότε να το κάνουν και παλεύουν με το αν πρέπει το παιδί ή όχι να το γνωρίζει», λέει ο Ball. «Για τους περισσότερους από εμάς, βλέπουν τον κόσμο διαφορετικά και πηγαίνουν στις δουλειές τους, γιατί λοιπόν να ξεκλειδώσουμε τη συζήτηση; Είναι απλά το πώς βλέπουν τον κόσμο. Είναι περισσότερο για το αν πρέπει ή όχι να το κάνω, αντίθετα με το να φοβάμαι».
Βοηθά επίσης το να θυμόμαστε ότι ακόμα και αν είμαστε πραγματικά αγχωμένοι για τη συζήτηση, τα περισσότερα παιδιά έχουν μια ουδέτερη ή θετική απάντηση στα νέα αυτά, λέει η Keefer, και συνεχίζουν τη μέρα τους κάνοντας μια βόλτα.
«Είναι σημαντικό για το παιδί, να έχει αίσθηση της αυτογνωσίας του, και το να έχεις ένα όνομα για να περιγράψεις τις διαφορές τους, τα βοηθά να σχηματίσουν την ταυτότητά τους και να συνδεθούν με ανθρώπους», αναφέρει η Keefer. «Μερικές φορές το να είμαστε ειλικρινείς, είναι λίγο άκομψο».
Μερικές προτάσεις από τον Ball και την Keefer, σχετικά με το πότε και το πώς να μιλήσετε στο παιδί για τη διαταραχή του.
- Αν κάνουν ερωτήσεις, είναι ώρα να συζητήσετε. Όταν ένα παιδί ξεκινά να ρωτά γιατί είναι διαφορετικό ή γιατί μερικά κοινά πράγματα είναι πιο δύσκολα για αυτόν, χρειάζεται να σκεφτείτε το να συζητήσετε για τη διάγνωση. Αν αρχίσετε να παρατηρείτε διαφορές στη συμπεριφορά του ή το παιδί αρχίσει να αποσύρεται περισσότερο, ακόμη και όταν είναι με την οικογένειά του, ίσως χρειαστεί να κάνετε μια συζήτηση.
- Αποφεύγεται τεχνικούς όρους. Η Keefer αναφέρει πως είναι καλύτερο να χρησιμοποιήσετε τον όρο «αυτισμός», τοποθετώντας τον σε πλαίσιο, πέρα όμως από αυτό η επιστημονική ορολογία μπορεί να μπερδέψει ή κατακλύσει κάποια παιδιά. Σε αντίθεση, μιλήστε τους για το πώς μπορεί η διάγνωση να σχετίζεται με το δικό σας παιδί.
- Nα είστε ακριβής σε αυτά που λέτε. Η συζήτηση διαφέρει από παιδί σε παιδί αλλά θα μπορούσε να είναι κάτι σαν αυτό: «Είσαι καταπληκτικός στις επιστήμες και μπορείς και θυμάσαι τα πάντα από τότε που ήσουν μικρός και τα πηγαίνεις εξαιρετικά με τα μωρά και με τα ζώα. Την ίδια στιγμή, δυσκολεύεσαι να θυμηθείς μερικούς μαθηματικούς τύπους και είναι πιο δύσκολο για σένα να κάνεις φίλους. Αυτά είναι τα πράγματα τα οποία δουλεύουμε όλο τον καιρό». Είναι καλύτερο να είστε πολύ ακριβείς στις δυνατότητές του και πιο αόριστοι στις προκλήσεις (δυσκολίες), αναφέρει η Keefer, και να έχετε μια έτοιμη λίστα από τα προσόντα και τις προκλήσεις του όλη την ώρα.
- Κάντε τη συζήτηση σταδιακά και όταν όλοι είναι ήρεμοι. Μιλώντας στο παιδί για τις δυσκολίες του δεν είναι μια συζήτηση η οποία έγινε και τελείωσε. Είναι μια σειρά από συζητήσεις οι οποίες συμβαίνουν συνέχεια. Μην δοκιμάσετε να την κάνετε στη μέση ή αμέσως μετά το τέλος μιας έκρηξης ή μιας αγχώδους περιόδου.
- Δεχθείτε βοήθεια. Μερικές φορές το να διαβάζεις για τον αυτισμό μαζί με το παιδί σου, είναι ένας πολύ καλός τρόπος να ξεκινήσετε μια συζήτηση, προχωρώντας σταδιακά από τις γενικότητες του βιβλίου στα πιο ειδικά που εφαρμόζονται και ταιριάζουν στο παιδί. Στον Ball, αρέσει πολύ η συλλογή βιβλίων από τη σειρά Future Horizons, η οποία απευθύνεται σε διαφορετικές διαγνώσεις και διαφορετικά ηλικιακά επίπεδα. Η Keefer προτείνει το βιβλίο «Άσπεργερ, τι σημαίνει για μένα;» της Catherine Faherty. Είναι ένα βιβλίο εργασίας το οποίο γονείς και παιδιά μπορούν να δουλέψουν μαζί.
Create Your Own Website With Webador